1899
ΟΙ
ΘΕΟΙ
Και πρωτοείδε
ο πρώτος άνθρωπος
του ήλιου
την ανατολή,
και να
τής γλυκαποκρίνεται
γρίκησε
μιά μουσική,
κ' έβγαινε
μεσ' απ' τα σπλάχνα του,
και είταν
ύμνοι η μουσική,
χίλια λόγια,
χίλια εγκώμια
προς της
μέρας την πηγή.
Κι όλα,
ώ θάμα, κι όλα, κ' οι ύμνοι,
και τα
λόγια και τα εγκώμια,
σκορπιστήκανε
στα τετραπέρατα,
και τα
σάρκωσαν οι αιώνες,
και γινήκανε
φωτοθεοί
και αρμονίας
τέρατα.
ΙΣΚΙΟΙ
ΓΙΓΑΝΤΩΝ
Σα θαλασσόβογγοι
φτάνουν
απ' τα
σκοτάδια φωνές`
γιγαντοΐσκιοι
σαλεύουν:
-Ίσκιε,
ποιός είσαι, τί θες;
-Ο Τελαμώνιος
είμαι!
Και μεσ'
στον Άδη, για ιδές,
όλο τον
ήλιο αβασίλευτο
μέσα μου
κλειώ` μή με κλαις!
-Κ' εσύ
ποιός είσαι; -Από τ' άδυτα
της Τευτονίας,
υπέρτατος
πλάστης
Ολύμπων, ώ πώς
και μεσ'
στα Τάρταρα, πάντα
μια λαχταρίζω
λαχτάρα,
μια διψώ
δίψα` το φως!
Η
ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Το άρμα
ξεκινάει` το σέρνουν
πνεύματα
Χερουβικά`
λάμπει
η Παναγιά στην Κόλαση.
<<Έλεος,
Λιόκαλη Κυρά!>>
Ώ οι δαρμοί
των κολασμένων
μεσ' στην
αβυσσόθρεφτη φωτιά...
Κ' έξαφνα
γρικιέτ' ένα παράπονο,
και περήφανα
ξεσπά:
<<Είμ'
εγώ που λάτρεψα τον Ήλιο`
γι' αυτό
μ' άρπαξε η Νύχτα;
Πές μουυ,
Λιόκαλη Κυρά!
Της ζωής
το φως που βύζαξα
μούγινε
αγκαλιά της Κόλασης
και φιλί
του Σατανά;>>
ΤΟ
ΗΛΙΟΓΕΝΝΗΤΟ
Η χαρά τρανή
στον Όλυμπο!
Οι θεοί
μοιράζονται τη γή,
λείπει
ο Φωτοδότης, και άκληρος
θα λησμονηθεί.
Και ήρθε
ο Φωτοδότης κ' έγνεψε
προς τη
θάλασσα, και αυτή
σάλεψε
και ράγισε καρπόφορη,
και γεννήθη
του Ήλιου το νησί!
Και είταν
το νησί χιλιόκαλο,
κ' έζησαν
εκεί τεχνίτες
και είτανε
σαν υπεράνθρωποι,
γιατί κάποια
αγάλματα έπλαθαν,
ολα ωραία
σα θεοί,
και όλα
ζωντανά σαν άνθρωποι.
ΟΡΦΙΚΟΣ
ΥΜΝΟΣ
Έξω από
τους δρόμους των αστόχαστων,
λειτουργός
και ψάλτης ορφικός,
έναν ύμνο
ξαναφέρνω
μιας λατρείας
πανάρχαιας προς το φως.
Έτρεξε
ως τα τώρα ο λογισμός μου,
καταχωνιασμένος
ποταμός`
ξάφνισμα
στο βούισμα των ανθρώπων
της κιθάρας
μου ο ρυθμός.
Νύχτα ξεκινώ,
νύχτ' ανεβαίνω
τη δυσκολανέβατη
κορφή`
θέλω μόνος,
θέλω πρώτος
τ' απολλώνιο
φως να χαιρετίσω,
ενώ κάτου
στους ανθρώπους
θα είν'
ακόμα ο ύπνος και το σκότος.
Αρχική σελίδα | Κάλβος | Καβάφης | Παλαμάς