ΠΑΤΡΙΔΕΣ


ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΑΓΛΥΦΟ

1896

Πώς ακούμπησες άπραγα το δόρυ;
Τη φοβερή σου περικεφαλαία
βαριά πώς γέρνεις προς το στήθος, Κόρη;
Ποιός πόνος τόσο είναι τρανός, ώ Ιδέα,

για να σε φτάσει! Οχτροί κεραυνοφόροι
δεν είναι για δικά σου τρόπαια νέα;
Δεν οδηγεί στο Βράχο σου την πλώρη
του καραβιού σου πλέον πομπή αθηναία;

Σε ταφόπετρα βλέπω να την έχει
καρφωμένη μια πίκρα την Παλλάδα.
Ω! κάτι μέγα, απίστευτο θα τρέχει...

Χαμένη κλαις την ιερή σου πόλη
ή νεκρή μέσ' στο μνήμα και την όλη
του τότε και του τώρα, ωϊμένα! Ελλάδα;


Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ

1896
 

Παραμονεύει του Καιρού η αράχνη
και στα φαρμακεμένα της τ' αρπάγια
ολάγρυπνη γλιστράει, χυμάει, κι αδράχνει
το χάλασμα` (ώ, τα κάλλη τα τρισάγια!)

Του κάκου τ' αντιστύλια και τα μάγια,
του κάκου να γλιτώσει το όλο ψάχνει
λαός σοφών` του χρόνου τ' αποφάγια
σκορπίζονται και πάνε σαν την πάχνη.

Τότε ψηλάθε απ' της Ιδέας τη χώρα,
θεά θεών, κατέβηκε και στάθη
η Φαντασία` και πάει και ξαναπλάθει,

στον ίδιο τόπο που έρρευε ως τα τώρα
το χάλασμα, (ώ, τα χέρια της και μόνα!)
αχάλαστο τον πρώτο Παρθενώνα.



 
 

Αρχική σελίδα | Κάλβος | Καβάφης | Παλαμάς

Σολωμός | Διευθύνσεις για την ποίηση