(συνέχεια)
Ο
ΠΟΙΗΤΗΣ
Ο Ήλιος
έπλασε τον κρίνο,
δόξα της
ολόανθης γης,
και τον
κύκνο που είν' ο κρίνος
μιάς λευκόφτερης
ζωής`
τον αϊτό,
να τόνε σέρνει
στα ύψη
του μαγνητιστής,
και το
φέγγος της σελήνης
της ερωτικής.
Κι ωνειρεύτη
πλάσμα πιο μεστό
από κρίνους,
κύκνους, φέγγη, αϊτούς,
κ' έπλασε
τον ποιητή.
Βλέπει
σε κατάματα, ώ Θεέ,
μόνος φτάνει
ως την καρδιά σου,
και μας
λέει τί βρίσκει εκεί.
ΠΡΟΣΕΥΧΗ
ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Κάθε που
σε φέρν' η αυγή,
κάθε που
σε παίρνουνε τα σκότη,
φαίνεσαι
στον κόσμο καταπόρφυρος,
Θεέ πατέρα,
αιματοπότη!
Από αίμα
ένα λουτρό σού αθανατίζει
την ακαταμέτρητη
ωραιότη`
το αίμα
θρέφει σε και ζώνει σε,
Θεέ πατέρα
αιματοπότη!
Για να
σβήσουμε τη δίψα σου,
θύματα
χιλιάκριβα σου σφάζομε,
τα μονόκλωνα
παιδιά μας.
Αν και
αυτά δε σε χορταίνουν,
σου ετοιμάζουμε
μια θάλασσα
μ' όλο
το αίμα απ' την καρδιά μας!
ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ
ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Όπου ηχούσαν
οι ναοί Ω σ α ν ν ά,
γέρνουν
γκρεμισμένοι βουβοί λίθοι`
κάποια
σκιάχτρα, κάποια ονείρατα,
θεοί λέγονταν,
τους πήρε η λήθη.
Φύγατε
κ' εσείς αγύριστα,
χρυσοπλάστες
της ιδέας, ώ Μύθοι!
Τυφλοί
νόμοι στ΄άδεια Απέραντα
σπρώχνουν
πύρινων αβύσσων πλήθη.
Όμως όμοια
ο χρυσομάλλης νεκρός Φοίβος,
όμοια κι
ο ήλιος που ζει τώρα ο αβυσσόκοσμος`
κανείς,
θεός ή νόμος, εδώ κάτου
δε μάς
λύτρωσε και δε θα μάς λυτρώσει
μήτε από
τα νύχια του έρωτα,
μήτε από
τα δόντια του θανάτου.
ΜΟΛΩΧ
Των Ελλήνων
την πατρίδα
βάρβαροι
την ατιμάζουν!
Όπου ανθοπετούσαν
οι Έρωτες
παραδέρνει
η νυχτερίδα.
Στη νυχτιά
μας μια πυγολαμπίδα,
των αρχαίων
η μνήμη, ψευτοφέγγει`
κ' είναι
μια νυχτιά που δεν τη διώχνεις,
του παντοτινού
μας ήλιου αχτίδα!
Και πατρίδα
και ψυχή ρουφάν
βάρβαροι
από βάθη και από ύψη.
Κι όταν,
μ' ένα τρίσβαθο ώχ!
των Ελλήνων
θεέ, ρωτούμε σε:
<<Είσ'
εσύ ο ξανθός Απόλλωνας;>>
Αποκρίνεσαι:
-<<Είμ' εγώ ο Μολώχ!>>
ΤΟ
ΣΑΪΤΕΜΑ
Και χαμήλωσες,
ώ Φοίβε, από τα ύψη
των Ολύμπων
των αγνών
προς του
χαύνου την πατρίδα,
προς τη
χώρα των οκνών.
Κ' έπαιξες
τη λύρα, ανάβρυσμα
παναρμονικών
πηγών!
Λόγια σ'
απαντήσανε βαρήκοων
και περίγελα
τυφλών.
Τότε, σα
να γύρευες την πλάση
να λυτρώσεις
από μόλυσμα,
κι απ'
τ' ακάθαρτα όλα τον αέρα,
έρριξες
τη λύρα, κ' έγινες
σαϊτευτής,
και τα σαΐτεψες
των ανοήτων
τα κοπάδια πέρα ως πέρα!
Αρχική σελίδα | Κάλβος | Καβάφης | Παλαμάς