ΤΟ
ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Στου πάππου
ελησμονήθη
τα γόνατα
γλυκά,
το πρώτο
παραμύθι
το αθώο
παιδί γροικά.
Της όψης
του τα κρίνα
για ιδές!
πρώτη φορά
φωτίζει
σαν ακτίνα
η αμίλητη
χαρά
που νοιώθουμε
μεγάλοι,
μικροί,
παντοτεινά
απ' όσα
μ' άστρων κάλλη
η Φαντασία
γεννά.
Και ακούει
για τη βουνίσια
νεράιδα
που γλυκειά,
καλόβολη
περίσσια
και τρισπονετικιά
για να ελεήση
γέρνει
σ' όποια
διαβή μεριά
και τη
γαλήνη φέρνει
και την
καλομοιριά.
Στου πάππου
ελησμονήθη
τα γόνατα
γλυκά`
το πρώτο
παραμύθι
το αθώο
παιδί γροικά.
Κ' εμπρός
του πρωτοχύνει
το γέλιο
της αυγής
η θεία
η Καλωσύνη,
βασίλισσα
της Γης.
Κι ακούει
και για τη μαύρη
τη Λάμια
της ερμιάς,
που τον
πλανά όποιον θάβρη
για να
τον φάη με μιάς.
Στου πάππου
ελησμονήθη
τα γόνατα
γλυκά`
το πρώτο
παραμύθι
το αθώο
παιδί γροικά.
Κι αντίκρυ
του η Κακία
πρώτη φορά
σκορπά,
της γης
κι αυτή κυρία,
σκοτάδια
αγριωπά.
Με μάτι
καρφωμένο
ακούει
προσεχτικά
για τον
Αντρειωμένο
που γίγαντες
νικά,
που τα θηρία
συντρίβει
και τα
στοιχεία κρατεί,
κι αδικημένη
σκύβει
μπροστά
του κ' η Αρετή.
Στου πάππου
ελησμονήθη
τα γόνατα
γλυκά`
το πρώτο
παραμύθι
το αθώο
παιδί γροικά.
Κ' εμπρός
του κυβερνήτρα
λαών πρωτοπερνά
η Δύναμη,
νικήτρα
στη γη
παντοτεινά.
Και για
τη θυγατέρα
γροικάει
του βασιλιά,
που έχει
θανάτου αέρα,
θεάς φεγγοβολιά.
Κι όταν
στο δρόμο βγαίνη
με πρόσωπο
γυμνό,
όποιος
τη δη πεθαίνει,
σαν από
κεραυνό.
Στου πάππου
ελησμονήθη
τα γόνατα
γλυκά`
το πρώτο
παραμύθι
το αθώο
παιδί γροικά.
Κ' εμπρός
του πρωταστράφτει
στης γης
τη συγνεφιά
αυτή που
μάς ανάφτει
τους πόθους,
η Ομορφιά!
Αυτή που
μάς ανάφτει
τους πόθους,
και στερνά
στα βάσανα
μάς θάφτει
κι αλύγιστη
περνά.
Κι ακούει
για το παλάτι...
Σε κάθε
του μεριά,
στα βάθη
του, στα πλάτη
λαμποκοπούν
βαριά
του κόσμου
τα διαμάντια,
του κόσμου
οι θησαυροί.
Χαρά σ'
αυτόν που αγνάντια
στο δρόμο
του τα βρή!
Στου πάππου
ελησμονήθη
τα γόνατα
γλυκά`
το πρώτο
παραμύθι
το αθώο
παιδί γροικά.
Κι ολογεμάτον
έννοια
τον Πλούτο
που μεθά
πνιχτό
στα χρυσαφένια
πρωτοθωρεί
αγαθά.
...Στου
πάππου του ασπρογένη
τα γόνατα
σκυφτό
το αθώο
παιδί δεν μένει`
μεγάλωσε
κι αυτό.
Ξεχνάει
τα παραμύθια,
χαρές για
τα παιδιά,
σταντρίκια
του τα στήθια
βροντοχτυπά
η καρδιά.
Στου κόσμου
επαραδόθη
το ρέμμα,
τη βοή,
τον ψήσανε
και οι πόθοι,
του είναι
σκληρή κ' η ζωή.
Της Αρετής
τη χάρη
την είδε`
η Πονηριά
με το κρυφό
δοξάρι
τον λάβωσε
βαριά.
Κ' ερωτικές
παγίδες
τον έδεσαν
σφιχτά
με νιές
καμαροφρύδες,
με κάλλη
πεταχτά.
Το ταπεινό
του γένος
το σήκωσεν
αυτός,
στη δύναμη
ακουσμένος,
στα πλούτη
ζηλευτός.
Αλλά τα
χρόνια τρέχουν,
δε στέκ'
η λεβεντιά`
και τώρα
πως τον έχουν
για ιδές,
τα γηρατειά!
Και σειώντας
το δρεπάνι
μ' απάντεχην
ορμή
ο Χάρος,
νάτος! φτάνει
στο γέρικο
κορμί.
Στην κλίνη
του θανάτου,
στην ώρα
την πικρή
ξάφνου
περνά μπροστά του
και στέκεται
αντικρύ
ολόκλρ'
η ζωή του,
εικόνα
μαγική,
από την
γέννησή του
ίσα με
τότ' εκεί.
Αγάπες,
έχθρες, πάθη,
έργα, χαρές,
καημοί,
του νου
του όλα τα βάθη,
της νιότης
όλ' η ορμή,
του απλώνονται
όλ' αράδα,
κ' είν'
άφταστα, ακριβά,
καθώς η
πρασινάδα
που τις
ματιές τραβά,
σαν την
ξανοίγουν πέρα,
βαθιά μακριά
στη γη
από πελάγου
ξέρα
οι έρμοι
ναυαγοί.
Κι απάνου
απ' την εικόνα,
πιο μαγική
απ' αυτηή,
ολόφωτη
κορώνα
και πούλια
ονειρευτή,
ξανοίγει
μεσ' στα βύθη
του ψυχομαχητού
το πρώτο
παραμύθι
φως να
σκορπάη παντού.
Τότε μονάχα
νοιώθει,
με τη στερνή
πνοή,
πώς όλοι
μας οι πόθοι,
ολόκληρ'
η ζωή,
δεν έχει
νόημ', αλήθεια
δεν κλεί
σαν τα γλυκά
τα πρώτα
παραμύθια
που ακούμ'
εκστατικά.
Αρχική σελίδα | Κάλβος | Καβάφης | Παλαμάς