9.
Νερόν
ήθελα νάπινα
στης
’ρνας τα λαγγάδια,
της
αρνησιάς να μ' έζωναν
τα
τρίσβαθα σκοτάδια.
Τάχα
θάβλεπ' αγνώριστα
κι
αδιάφορα μπροστά μου
όλα
τ' αγαπημένα μου
κι
όλα τα χιλάκριβά μου;
Ή
τάχα νόμος άγιος,
δίχως
εγώ να νοιώθω,
πάλι
σ'αυτά θα μ' έφερνε
μ'
έναν δεύτερο πόθο;
17.
Καβάλλα
πάει ο Χάροντας
το
Διγενή στον ’δη,
κι
άλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται
τ'
ανθρώπινο κοπάδι.
Και
τους κρατεί στου αλόγου του
δεμένους
τα καπούλια,
της
λεβεντιάς τον άνεμο,
της
ομορφιάς την πούλια.
Και
σα να μην τον πάτησε
του
Χάρου το ποδάρι,
ο
Ακρίτας μόνο ατάραχα
κοιτάει
τον καβαλλάρη!
24.
Στου
σοφού το παράθυρο
που
σκύβει νύχτα μέρα
στης
μελέτης τ' απόκρυφα,
η
Φύσις η μητέρα
έστρωσε
μοσχομύριστη
δροσερεμένη
στράτα
από
κρίν' απριλιάτικα
και
ρόδα βελουδάτα.
Τ'
αταίριαστα και τ' άμοιαστα,
αδέρφια
είναι τα δύο`
το
λουλούδι τ' ολόχαρο,
το
θλιβερό βιβλίο.
28.
Με
πελέκι αστραπόμορφον
η
αλύπητη Επιστήμη
χτυπάει
και σπάει το Είδωλο
και
το ρίχνει συντρίμμι.
Κ'
ύστερα γίνετ' είδωλον
εκείνη
μεσ' στην πλάση
ξαναγεννώντας
άθελα
ό,τι
ήρθε να χαλάση.
Κ'
έτσι αλυσίδες γύρω μας
παντού,
σκοτάδια θεία.
Κάθε
Αιτία, μυστήριο`
καθε
Αλήθεια, θρησκεία.
36.
Ήλιε,
εσύ, πηγή αστείρευτη
κάθε
ζωής, εικόνα
του
ωραίου υπερτέλεια
και
του Απείρου κορώνα.
Πριν
αρχίσουν το διάβα τους
των
θεών οι λεγεώνες,
πρώτο
θεό σε αγνάντεψαν
και
μοναχόν οι αιώνες.
Και
πάλι θεός ύστατος
σα
νεκρική λαμπάδα
του
τελευταίου θρησκεύματος
θα
φέξης την κρυάδα.