ΙΑΜΒΟΙ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΙΣΤΟΙ


1897

Αποσπάσματα



 
 
 

  9.

Νερόν ήθελα νάπινα
στης ’ρνας τα λαγγάδια,
της αρνησιάς να μ' έζωναν
τα τρίσβαθα σκοτάδια.

Τάχα θάβλεπ' αγνώριστα
κι αδιάφορα μπροστά μου
όλα τ' αγαπημένα μου
κι όλα τα χιλάκριβά μου;

Ή τάχα νόμος άγιος,
δίχως εγώ να νοιώθω,
πάλι σ'αυτά θα μ' έφερνε
μ' έναν δεύτερο πόθο;

17.

Καβάλλα πάει ο Χάροντας
το Διγενή στον ’δη,
κι άλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται
τ' ανθρώπινο κοπάδι.

Και τους κρατεί στου αλόγου του
δεμένους τα καπούλια,
της λεβεντιάς τον άνεμο,
της ομορφιάς την πούλια.

Και σα να μην τον πάτησε
του Χάρου το ποδάρι,
ο Ακρίτας μόνο ατάραχα
κοιτάει τον καβαλλάρη!

24.

Στου σοφού το παράθυρο
που σκύβει νύχτα μέρα
στης μελέτης τ' απόκρυφα,
η Φύσις η μητέρα

έστρωσε μοσχομύριστη
δροσερεμένη στράτα
από κρίν' απριλιάτικα
και ρόδα βελουδάτα.

Τ' αταίριαστα και τ' άμοιαστα,
αδέρφια είναι τα δύο`
το λουλούδι τ' ολόχαρο,
το θλιβερό βιβλίο.

28.

Με πελέκι αστραπόμορφον
η αλύπητη Επιστήμη
χτυπάει και σπάει το Είδωλο
και το ρίχνει συντρίμμι.

Κ' ύστερα γίνετ' είδωλον
εκείνη μεσ' στην πλάση
ξαναγεννώντας άθελα
ό,τι ήρθε να χαλάση.

Κ' έτσι αλυσίδες γύρω μας
παντού, σκοτάδια θεία.
Κάθε Αιτία, μυστήριο`
καθε Αλήθεια, θρησκεία.

36.

Ήλιε, εσύ, πηγή αστείρευτη
κάθε ζωής, εικόνα
του ωραίου υπερτέλεια
και του Απείρου κορώνα.

Πριν αρχίσουν το διάβα τους
των θεών οι λεγεώνες,
πρώτο θεό σε αγνάντεψαν
και μοναχόν οι αιώνες.

Και πάλι θεός ύστατος
σα νεκρική λαμπάδα
του τελευταίου θρησκεύματος
θα φέξης την κρυάδα.

13.

Η μαύρη Λάμια που έκλεισε
στην καρδιά της τον ’δη,
να κατέβω με πρόσταξε
μεσ' στο ξερό πηγάδι,

νάβρω το δαχτυλίδι της
που μέσα εκεί έχει πέσει
μ' ένα διαμάντι λιόκαλο
καρφωμένο στη μέση.

Ψάχνω, δε βρίσκω τίποτε...
Ώ νύχτα, ώ τέρας πλάνο!
Στα πόδια μου μιάν άβυσσο,
και μιά Λάμια αποπάνω.

18.

- Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα,
δεν περνώ με τα χρόνια.
Μ' άγγιξες και δε μ' ένοιωσες
στα μαρμαρένια αλώνια;

Ειμ' εγώ η ακατάλυτη
ψυχή των Σαλαμίνων.
Στην Εφτάλοφην έφερα
το σπαθί των Ελλήνων.

Δε χάνομαι στα Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω.
Στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω!-

27.

Δίδυμα τέκνα γέννησαν
ο Φοίβος κ' η Αρμονία
εσάς, Πολύμνια ψάλτρια,
φιλόσοφε Ουρανία!

Η πρώτη τον αμάραντον
ανθό παντού τρυγάει,
μιά πεταλούδαν άπιαστην
η άλλη κυνηγάει.

Αλλά τόσο ταιριάζουνε
κι αντάμα οι δυό και χώρια,
που τη μία παίρνουν καποτε
για την άλλη πανώρια.

29.

Ξένε σοφέ, πώς ήθελα
το φθαρτό μου τραγούδι
να σμίξω με του λόγου σου
το αθάνατο λουλούδι.

"- Μάθε πως τα συστήματα
των φιλοσόφων, κάθε
νου τρανού φεγγοβόλημα
κάθ' επιστήμη, μάθε

πως δεν αξίζουν τίποτε
τα πάντα απ' άκρη σ' άκρη,
όσο αξίζει ένα φίλημα,
όσο αξίζει ένα δάκρυ!"

37.

Η γη μας γη των άφθαρτων
αερικών και ειδώλων,
πασίχαρος και υπέρτατος
θεός μας είναι ο Απόλλων.

Στα εντάφια λευκά σάβανα
γυρτός ο Εσταυρωμένος
είν' ολόμορφος ’δωνις
ροδοπεριχυμένος.

Η αρχαία ψυχή ζή μέσα μας
αθέλητα κρυμμένη`
ο Μέγας Παν δεν πέθανεν,
όχι` ο Παν δεν πεθαίνει!



 
 

Αρχική σελίδα | Κάλβος | Καβάφης | Παλαμάς

Σολωμός | Διευθύνσεις για την ποίηση